Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

«Μια λέξη μόνο ήρκουν»

Την είδε στον ύπνο του. Ιδρωμένος από την ταραχή ξυπνάει και την χάνει στο άνοιγμα των ματιών του. Ήταν η ίδια με την περασμένη φορά, η ίδια μορφή, τα ίδια μακριά μαλλιά, τα γαλανά μεγάλα μάτια με τις γκρι κουκκίδες διασκορπισμένες σε αυτό το γαλανό χρώμα. Ήταν όμορφη. Την έβλεπε χρόνια, ξανά και ξανά εισέβαλε στο όνειρο το θολό και τον κοιτούσε καθώς περνούσε το μονοπάτι που διέσχιζε το μήκος ενός μικρού δάσους, με το φώς αμυδρό.

Αυτή ήταν η ζωή του κ. Μυστικού, πλάγιαζε να κοιμηθεί και πριν παραδοθεί ολοκληρωτικά στον ύπνο εμφανιζόταν πάλι εκείνη η μορφή. Κι όμως δεν του ήταν ξένη, όπως ισχυριζόταν και με μονολόγους προσπαθούσε να πείσει τον ίδιο του, τον εαυτό γι’ αυτό. Γιατί έρχεσαι στα όνειρα μου; Δεν γνωρίζω για ποια αιτία με επισκέπτεσαι, μα φύγε από τα λακκάκια του μυαλού μου. Έτσι έλεγε πάντοτε στους μονολόγους του, με ύφος τέτοιο, με τάση διωγμού. Μια μέρα καθώς σκεπτόμενος ήταν καθισμένος στη μεγάλη πολυθρόνα με τα καρό σχέδια και το αναπαυτικό μαξιλαράκι στο προσκέφαλο του, ξάφνου είδε από το τζάμι μια κοπέλα να διασχίζει τον δρόμο με μαλλιά σαν της μορφής του ονείρου του. Συνέχιζε να την κοιτάει καθισμένος και σκεπτόμενος. Μα γιατί δεν αναστατώθηκε;

Πώς να νιώθει άραγε ένας άνθρωπος που ενώ γνωρίζει την αλήθεια προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του, ότι δεν την ξέρει;

Είχε σπουδάσει νομική και είχε λάβει αξιώσεις για τον αποτελεσματικό τρόπο της υπεράσπισης στις δίκες του, αφού η νίκη ήτανε στην πλειονότητα με το μέρος του. Θεωρούνταν και ήταν από τους καλύτερους δικηγόρους. Στην όψη ήταν μελαχρινός, με ψηλό ανάστημα και μάτια χρώματος ίδια με τον κορμό του δέντρου ριγμένου στο ποταμό που μισοβρέχεται από το διάφανο, σαν κρύσταλλο νερό που κυλάει. Ομορφιά ξεχωριστή. Σαν περπατούσε τρέμανε τα φύλλα, που ήταν όσο μπορούσαν πιο στενά συνδεδεμένα με το έδαφος. Η βροχή και το νερό της, χάριζαν το δικαίωμα στα φύλλα να γαντζώνονταν με δύναμη από το έδαφος.

Μια μέρα στη δουλειά του, καθώς ήταν καθισμένος και σκεπτόμενος τον τάραξε ένα γυναικείο όνομα που αναφώνησε μια κοπέλα, θέλοντας να πληροφορήσει την συνάδελφο της για τα στοιχεία μιας πελάτισσας.”Ηρώ”!, είπε ”Ηρώ” την λένε. Και αυτή η λέξη πέρασε με μεγάλη ταχύτητα από το αυτί του κ. Μυστικού και διασκορπίστηκε σε ολόκληρο το χώρο του μυαλού του, και σιγά, σιγά βυθιζόταν στις σχισμές αυτού, όπως η πέτρα που την ρίχνουμε με δύναμη και βυθίζεται στο βάθος του νερού, μέχρι να ακουμπήσει τον πάτο.

Και έρχεται η στιγμή, η κρίσιμη εκείνη η στιγμή που εμφανίζεται ένας άνθρωπος και σου μιλάει τόσο σκληρά. Αναρωτιέσαι γιατί; Μα την απάντηση, σου την δίνει εκείνος ο κριτής σου. Προφασίζεται πως νοιάζεται για το καλό σου, για την χρηστότητα σου, ίσως και να νοιάζεται. Μα πως είναι δυνατόν να νοιάζεται κάποιος πραγματικά για εσένα όταν σου μιλάει τόσο σκληρά, τόσο χωρίς δείγμα συναισθήματος. Δεν δείχνει ούτε έλεος, ούτε συγκίνηση, ούτε λύπηση, τον ενδιαφέρει μόνο να τα πεί, να αδειάσει όλες τις σκέψεις του και να νιώσει καλά. Νιώθει καλά είτε επειδή επιτέλους εξέφρασε όσα ένιωθε ή όσα σκέφτηκε εκείνη τη στιγμή, είτε διότι νομίζει πως ο τρόπος που εκφράστηκε ήταν ο κατάλληλος για να οδηγήσει τον δέκτη σε μια κατάσταση απόγνωσης και διόρθωσης. Τι έκανα; Τι είπα; Είμαι τόσο κακός; Ποιος είμαι τελικά; Όλες αυτές οι σκέψεις διαπέρασαν το μυαλό του κ. Μυστικού με την ακρόαση αυτού του ονόματος.

Χάθηκες μέσα στη βροχερή νύχτα και εσύ και κάθε τι από εσένα. Πως μπορώ να σε ξεχάσω, εσένα που είχες τα πάντα και κάτι παραπάνω από τα πάντα. Μόνο ευχές μου έμειναν για εσένα..την κάποτε μεγάλη μου αγάπη. Θα σε σκέφτομαι συχνά αλλά μην φοβάσαι δεν θα σε ξανά ενοχλήσω. Εγώ έφταιγα μονάχα που δίστασα να σου πω την αλήθεια, την δική μου αλήθεια, το πως ένιωθα τότε μετά από αυτό που συνέβη μεταξύ μας. Ξέρω με μισείς τώρα πια, μα εύχομαι κάποια στιγμή να εκτιμήσεις όσα σου έδωσα και όσα σου εμπιστεύτηκα. Ναι ακόμα και τα ξεσπάσματα θυμού μου, και αυτά σου τα εμπιστεύτηκα. Με τον καιρό φοβόμουν πως θα σου τα πω και θα σε χάσω, μα και να μην σου τα έλεγα πάλι ήξερα πως θα σε χάσω. Οι πράξεις είναι τόσο σκληρές όταν εκπληρώνονται σε στιγμές έντονης ψυχικής φόρτισης. Ναι. Ναι, ήξερα πως θα αντιδράσεις μα όχι πως θα σε αντιμετωπίσω. Έφυγα γιατί αυτή τη φορά ήμουν σωστή απέναντι σου. Δεν μετάνιωσα για τίποτα. Να είσαι καλά, σ’ αγαπώ. Αυτή ήταν η απάντηση όλων των σκέψεων που έκανε ο κ. Μυστικός, μόλις άκουσε το όνομα.

Μιαν άλλη μέρα, είχε πάει την ώρα που δύει ο ήλιος στην ακρογιαλιά. Δεν απείχε πολύ από το σπίτι του. Άνοιγες τη πόρτα του σπιτιού και δύο τετράγωνα προς τη δεξιά κατεύθυνση σε οδηγούσε στην ακρογιαλιά, στο απέραντο γαλάζιο. Καθώς προχωρούσες διέκρινες την ατμοσφαιρική ρύπανση στον αέρα, μέσω της όσφρησης σου. Η θετική πλευρά ήταν ότι από τη δεξιά μεριά του δρόμου υπήρχε ένα δασάκι, όπου συνήθιζαν να απλώνουν τα φτερά του έρωτα στο φρεσκοκομμένο γρασίδι, οι νέοι που κοιτούσαν με πάθος τον σύντροφο τους και τα μάτια τους είχαν μία κατεύθυνση, τα μάτια του αγαπημένου τους. Οι δρόμοι ήταν καθαροί μόνο τις καθημερινές. Αυτό συνέβαινε γιατί το Σαββατοκύριακο αυξανόταν ο πληθυσμός, επειδή συνήθιζαν να επισκέπτονται το μέρος άνθρωποι που ήταν υπερφορτωμένοι από τη καθημερινή τους εργασία. Έτσι θεωρούσαν πως ένα πέταγμα στο γειτονικό νησί είναι το κατάλληλο μέρος για αναζωογόνηση του πνεύματος. Έτσι οι δρόμοι δεν ήταν καθαροί τότε, γιατί υπήρχαν από αυτούς πεταμένα σκουπίδια, τα οποία αφού δεν μπορούσαν να περπατήσουν και να πάνε στο κάδο, περίμεναν. Περίμεναν το λυτρωτή τους, να τα μαζέψει. Δεν άντεχαν να είναι ριγμένα στο έδαφος και να τα πατάνε περαστικοί στη καλύτερη περίπτωση-.Υπήρχαν και τα άλλα απορρίμματα τα οποία δέχονταν απανωτά πατήματα αμαξιών καθώς και τις καιρικές συνθήκες. Η βροχή ήταν η χειρότερη για τα μεταλλικά απορρίμματα. Τα ξέντυνε από το ασημί γυαλιστερό και τα έντυνε με παλιές ενδυμασίες, σκουριασμένες. Και τώρα εκτός από ριγμένα, ένιωθαν και άσχημα.

Ο κύριος Μυστικός είχε φτάσει στην ακρογιαλιά. Είδε το ηλιοβασίλεμα. Το έβλεπε και θυμόταν κάτι, πάντοτε όταν το έβλεπε θυμόταν κάτι. Πόσο ωραία ήταν η φύση και πόσο άσχημες σκέψεις έκανε ο κύριος Μυστικός, δεν ταίριαζαν μεταξύ τους. Αποφάσισε λοιπόν να πάει σπίτι του, να καθίσει στη μεγάλη πολυθρόνα του που τον θεράπευε από την κούραση των γηρατειών μονάχα, και όχι από τις σκέψεις του. Αυτές δεν θεραπεύονταν με κανέναν τρόπο έλεγε. Και όσο για το πόνο των γηρατειών, όπως έλεγε όλη η ζωή πέρασε μπροστά του, τόσο γρήγορα και ήταν μόλις 43 ετών. Μπήκε στο αμάξι και σκεφτόταν. Οδηγούσε αμέριμνος και χαμένος στις σκέψεις του, μα εκείνη η μορφή τον τάραξε και έχασε τον έλεγχο του οχήματος.

Τώρα πια βρισκόταν στο νοσοκομείο, ντυμένος στα λευκά, αν και μέσα του όλα ήταν μαύρα. Η διάγνωση ήταν θλιβερή “Ο κύριος Μυστικός θα παραμείνει σε κόμμα”, είπε ο γιατρός. Το ατύχημα είχε ως αποτέλεσμα να κλονιστεί το νευρικό του σύστημα.

Οι μέρες περνούσαν και ο κύριος Μυστικός ως μόνη επίσκεψη είχε το νοσοκομειακό προσωπικό. Κανένας δικός του άνθρωπος δεν βρέθηκε δίπλα του. Μόνο κάποιοι συνάδελφοι του, τον επισκέφτηκαν. Μα πως είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να μην έχει έστω ένα συγγενή να ενδιαφερθεί γι' αυτόν, να του σταθεί στα δύσκολα; Οι παρακολουθήσεις για την εξέλιξη και την πρόοδο της κατάστασης του γίνονταν καθημερινά, μα δεν υπήρχε στίγμα να επανέλθει στη πραγματικότητα. Οι μέρες περνούσαν και τώρα ο χρόνος περπατούσε στα πεσμένα κιτρινωπά φύλλα που έπεφταν από τα δέντρα και σκέπαζαν και χρωμάτιζαν, τους δρόμους και τα πεζοδρόμια. Πόσο ωραία ήταν.

''Όχι, όχι φύγε μακριά, δεν σε ξέρω. Όχι. Μην με βασανίζεις άλλο σε παρακαλώ, μη''. Τα μάτια του άνοιξαν κλαμένα. Τώρα το δωμάτιο είχε πλημμυριστεί από εκείνη τη μορφή. Μαύρο, σκιερό και κρύο. Έμοιαζε σαν ένα δωμάτιο φυλακής, μα ψηλά στο βάθος υπήρχε ένα φως, όπως τα μικρά παράθυρα που υπάρχουν σε κάθε δεσμωτήριο και τα κάγκελα εμποδίζουν το δράστη να βγεί έξω, στη ζωή-δράστες αθώοι και μη-.Η μορφή είχε ήρεμο πρόσωπο και ήταν χλωμό, σαν μιας νεκρής νεαρής όμορφης κοπέλας, όμως κάτι την εμπόδιζε να χαμογελάσει. Ήταν η μνήμη. Είχε τις ίδιες μνήμες με τον κύριο Μυστικό. Κάρφωσε τα γαλανά μεγάλα μάτια της πάνω στα δικά του. Τον έβλεπε να τρέμει να έχει μαζευτεί στην άκρη, την φοβόταν. Αλλά τι ακριβώς φοβόταν; Την εξωτερική της μορφή; Μα δεν ήταν τόσο τρομαχτική που να συμπίπτει με το μέγεθος του φόβου του κύριου Μυστικού. Είχε ιδρώσει και οι σταγόνες έπεφταν με δύναμη στο μαξιλάρι λες και κουβαλούσαν βάρη αιώνων. Βάρη αιώνων από σκέψεις, σκέψεις άσχημες, σκέψεις που παρακαλάς να φύγουν από το μυαλό σου και να μην ξαναγυρίσουν γιατί αν ξανά έρθουν είσαι σίγουρος πως δεν θα το αντέξεις. Φοβάσαι πως αν ξανά επιστρέψουν δεν θα έρθουν μόνες τους, αλλά θα τις συνοδεύουν και λίγες κάθε φορά μικρές λεπτομέρειες τις οποίες τις παρέλειψες τόσο καιρό. Το μυαλό έχει εξουσία όμως και αυτό διατάζει να έρχονται όλο και περισσότερες σκέψεις. Και αυτήν την εξουσία μπορείς να τη ρυθμίσεις εάν πρώτα ρυθμίσεις την υποχρέωση που έχεις σε κάθε σκέψη.
Άνοιξε τα απαλά χείλη της τα ωχρά και έβγαλε μιλιά.
- Ήρθα σήμερα ζωντανή να με λυτρώσεις. Του είπε με μια απαλή χροιά που ταυτόχρονα εξέφραζε ένα παράπονο. Τόσα χρόνια προσπαθούσα να σε συναντήσω στα όνειρα σου και να με εξιλεώσεις, μα πριν προλάβω να σου μιλήσω, εσύ ξυπνούσες. Η φωνή της σώπασε και τον κοίταξε στα μάτια.
-Γιατί με βασανίζεις τόσα χρόνια; Ναι το ξέρω έφταιξα τότε...έγειρε το κεφάλι προς τα κάτω σαν να ντρεπόταν για αυτό που είπε. Μα και τώρα φταίω που δεν ξέρεις. Πρέπει να σου τα πω όλα, δεν ξέρεις γιατί σου φερόμουν έτσι.
-Πες μου καλέ μου, σε τι έφταιξε η αγνή ψυχή μου και με πλήγωσες τόσο; Μέσα της ένιωσε μια ανακούφιση που επιτέλους κατάφερε να τον συναντήσει και να του μιλήσει.
-Όταν ήσουν μικρή η μητέρα σου χάθηκε μέσα στη βροχή μια σκοτεινή νύχτα. Εξαιτίας μου είχε χαθεί για πάντα. Ένα δάκρυ μούσκεψε τη παρειά του και έπεσε στο κρεβάτι.
-Το ξέρω τη συνάντησα στην πόρτα του παραδείσου και μιλήσαμε. Μου τα είπε όλα όσα έγιναν μεταξύ σας και σε έχει συγχωρέσει πατέρα μου. Του είπε με παρηγοριά. Πες μου όμως τώρα, εγώ σε τι έφταιξα;
-Πέθανε η μητέρα σου; Μα πως.. αποκλείεται. Έκλαψε, έκλαψε δυνατά, θρήνησε την αγαπημένη του με τόσο πόνο... Ύστερα ηρέμησε και της είπε με φωνή πόνου. Νόμιζα πως εγώ σαν πατέρας σου δεν θα μπορούσα να σε φροντίζω και έτσι αποφάσισα να σε πάω δίπλα στο θεό. Αυτός θα σε προστάτευε από εμένα. Δεν ήθελα να σου το κάνω αυτό αλλά όλα έγιναν με τόση κακοτυχία. Πόσο κακός είμαι, έκανα κακό σε όσους αγαπούσα.
-Με σκότωσες πατέρα.
-Εγώ, εγώ το μόνο που ήθελα ήταν να σε στείλω στο Θεό - Ίδρυμα, εκεί θα ήξεραν να σε μεγαλώσουν σωστά. Εκείνη τη νύχτα ήθελα να σε πάω, μα μου μίλησες τόσο σκληρά με πλήγωσες, μου θύμισες την μητέρα σου που μαλώσαμε τόσο εκείνη τη νύχτα και έπειτα με άφησε και η οργή μου μεγάλωσε.
-Τώρα όμως βασανίζομαι. Εδώ και χρόνια βασανίζομαι. Περιπλανιέμαι στους δρόμους μόνη και δεν μπορώ να μείνω άλλο μόνη. Η ψυχή μου έχει βαρύνει τόσο που δεν μπορώ να την κουβαλήσω πλέον, έχω τόσο βαριές σκέψεις μέσα μου.
-Δεν έπρεπε να κρυφτείς πίσω από την πόρτα. Εγώ ήθελα να μπω στο δωμάτιο σου και να σου ζητήσω συγνώμη, ύστερα θα σου εξηγούσα πως ότι κάνω είναι επειδή σε αγαπάω και θέλω το δικό σου καλό. Μα που να ξέρω πως η δύναμη που άνοιξα τη πόρτα επειδή ήμουν οργισμένος, ήταν αρκετή για να σου χτυπήσει το κεφάλι και να σε σκοτώσω... Που να το 'ξερα! Ένιωσε ανακούφιση που επιτέλους της είπε την αλήθεια.
-Τουλάχιστον, τώρα βοήθησε με να φτάσω στον ουράνιο θεό, βοήθησε με. Τον παρακάλεσε με απαλή φωνή.
-Συγχώρεσε το αμάρτημα μου καλή μου Ηρώ, και πέταξε σαν άγγελος στα ουράνια. Σε αγαπάω, και θα σε αγαπάω πάντοτε. Αυτό το ρήμα ήταν το κλειδί του παραδείσου.

Ξαφνικά το δωμάτιο έλαμψε με ένα λευκό φως που όμοιο του δεν είχε ξαναδεί, λες και είχε έρθει από άλλη γη, και το παράθυρο της φυλακής, έγινε παράθυρο του παραδείσου. Η κοπέλα εξαφανίστηκε. Ήταν η ώρα του ηλιοβασιλέματος. Μόνο που τώρα ο ήλιο κόρη υψώθηκε στα ουράνια και έλαμψε η φύση. Τώρα πια ο κύριος Μυστικός ένιωθε γαλήνη μέσα του και μπορούσε να επιστρέψει στη πατρίδα του, γιατί και αυτός ήταν ένας επισκέπτης χρόνων στο νησί, που δεν ήρθε να ξεφύγει από το φόρτο εργασίας αλλά από το βάρος των τύψεων.

Καθόταν στην πολυθρόνα σκεπτόμενος και αποκοιμήθηκε κοιτάζοντας το μονοπάτι στο δασάκι. Την είδε χαμογελαστή να περπατάει στο μονοπάτι με διάχυτο το φώς, με άσπρο φόρεμα, με λαμπερό στεφάνι από χρυσά λουλούδια. Πριν φύγει εντελώς, γύρισε και τον χαιρέτησε. Τον χαιρέτησε όχι γιατί δεν θα τον ξανά έβλεπε ποτέ, αλλά γιατί θα τον ξανασυναντούσε στην Έσχατη Κρίση, στην αναζωπύρωση του κόσμου, της ψυχής του κάθε ανθρώπου.

''Τώρα πλέον πλησίαζε χειμώνας, μα όλα μέσα του ήταν ζεστά από ΑΓΑΠΗ, το κλειδί για τη ζωή και το θάνατο''.

Λυδία Μαρτσούλη

7 σχόλια:

  1. Απλα υπεροχο!
    Μπραβο σου κοριτσι μου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ταλεντο απο τα λιγα εισαι Λυδιακιι!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ηξερα οτι εχεις συγγραφικο ταλεντο Λυδια,αλλα εσυ το εχεις αναπτυξη σε πολυ μεγαλο βαθμο.
    Ειμαι περηφανη που σε ειχα μαθητρια στο λυκειο...
    Υ.Γ Μπορει να ημουν λιγακι περισσοτερο απαιτητικη απο εσενα,ακριβως γι'αυτο τον λογο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Απιστευτο!Εχεις πολυ μεγαλο ταλεντο σε αυτο Λυδιακι μου,συνεχισε το αφου το αγαπας...
    Εισαι κοριτσι απο τα λιγα,μπραβο σου :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Μόνο εγώ απορώ με αυτό που διαβάζω; Μπράβο στο κορίτσι που έχει όρεξη και γράφει, αλλά τι είναι αυτό που διαβάζω; Γιατί γράφτηκε; Γιατί δημοσιεύτηκε; Τι θέλει να πει η καλλιτέχνιδα; Μας κάνει πιο σοφούς;
    Δε θέλω να φανώ κακός, μα πρέπει να υπάρχει και αυτή η φωνή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Είναι ένα διήγημα.Αυτό σημαίνει οτι είναι ένα λογοτεχνικό κείμενο.Την λογοτεχνία δεν είναι απαραίτητο να την καταλάβουν όλοι,γιατί δεν έχουν δεχτεί όλοι τα κατάλληλα μέσα για να την αναλύσουν.Σοφούς μας κάνει ένα κείμενο που το καταλαβαίνουμε ανάλογα με την μόρφωση και τα ερεθίσματα που έχουμε δεχτεί.Τέλος η ελευθερία σκέψεων και η ελευθερία τύπου είναι δικαίωμα όλων.

      Διαγραφή
  6. Πολύ ωραίο κείμενο και ωρσθα ιστορία..Αγγίζει την ψυχή μας και αναδικνυει το ταλέντο και την φαντασία σου..Μπράβο σου Λυδία ❤

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Τα σχόλια στα blogs υπάρχουν για να συνεισφέρουν οι αναγνώστες στο διάλογο. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές.