Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

Η πανηγυρική εκδήλωση για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου (video)

Πραγματοποιήθηκε χθες, στην αίθουσα του «Αριστοτέλη», η πανηγυρική εκδήλωση για τον εορτασμό της επετείου της 28ης Οκτωβρίου 1940.
Η εκδήλωση ξεκίνησε με χαιρετισμούς των επισήμων, ενώ στο καλλιτεχνικό μέρος παρουσιάστηκαν εορταστικά τραγούδια από μαθητές και καθηγητές του Ωδείου Φλώρινας και παραδοσιακοί χοροί από το τμήμα Εθνογραφίας και Χορού του «Αριστοτέλη» με υπεύθυνη την Ελευθερία Τρύφωνος.
Τον πανηγυρικό της ημέρας εκφώνησε η εκπαιδευτικός του Πειραματικού Δημοτικού Σχολείου Φλώρινας Κική Αμαραντίδου.

Δείτε στο video που ακολουθεί όλη την εκδήλωση.



Διαβάστε την εξαιρετική ομιλία της κας Αμαραντίδου:

Όταν πριν από λίγες μέρες μού ανατέθηκε η εκφώνηση του πανηγυρικού αυτού, βρέθηκα σε μεγάλο δίλημμα για το τι θα πω. Χωρίς να σας κουράσω, χωρίς να σας κοιμίσω… «Θα αναφερθώ τον προπάππο μου», σκέφτηκα, «τον Γιάννη Χασιώτη από το Σισάνι, που σκότωσαν εν ψυχρώ και εντελώς απρόκλητα οι Γερμανοί, όταν πάτησαν το χωριό». Στο καφενείο τις τελευταίες μέρες υπήρχε μεγάλη αναστάτωση. Όλες οι συζητήσεις γύρω από την επικείμενη εισβολή. Ο παππούς, καθησυχαστικός: «Οι Γερμανοί είναι ευγενής, πολιτισμένος λαός. Δε θα μας πειράξουν έτσι, στα καλά καθούμενα». Οι Γερμανοί περνούν, αρπάζουν ό,τι ορέγονται και φεύγουν από το Σισάνι. Αφήνουν πίσω τους έναν νεκρό: τον παππού Γιάννη Χασιώτη. «Μα ήταν τόσο αφελής;», σκεφτόμουν παιδί, κάθε φορά που άκουγα την ιστορία του. «Πώς ήταν δυνατόν να θεωρεί πολιτισμένο έναν λαό που θεοποίησε τον διάολο και πολεμούσε γι’ αυτόν με τόση λύσσα; Το χώμα που σκέπασε τον γιο του, Νίκο, -αυτόν που γύρισε άρρωστος και σακάτης από το αλβανικό μέτωπο- ήταν ακόμη ζεστό.». Λαός πολιτισμένος… Και εμείς, λαός αφελής…
Η τελευταία φράση μού φέρνει στο μυαλό τον Γεώργιο Βλάχο, τον δημοσιογράφο και εκδότη της Καθημερινής. Ο Βλάχος είχε γράψει ένα μνημειώδες άρθρο, την «Ανοικτή επιστολή προς τον Αδόλφο Χίτλερ», που δημοσιεύτηκε λίγο πριν από την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, είχε τότε παγκόσμια απήχηση και κατέληγε ως εξής:
«[…] Και σεις; Σεις -λέγουν πάντοτε- θα επιχειρήσετε να εισβάλετε εις την Ελλάδα. Και ημείς, λαός αφελής ακόμη, δεν το πιστεύομεν. Δεν πιστεύομεν ότι στρατός με ιστορίαν και με παράδοσιν –αυτό και οι εχθροί του δεν το αρνούνται- θα θελήση να κηλιδωθή δια μιας πράξεως παναθλίας. Δεν πιστεύομεν ότι ένα Κράτος πάνοπλον, ογδοήκοντα πέντε εκατομμυρίων ανθρώπων, μαχόμενον δια να δημιουργήση εις στον Κόσμον «νέαν τάξιν πραγμάτων» -τάξιν, φανταζόμεθα, αρετής- θα ζητήση να πλευροκοπήση ένα Έθνος μικρόν που αγωνίζεται υπέρ της ελευθερίας του, μαχόμενον προς μίαν Αυτοκρατορίαν σαράντα πέντε εκατομμυρίων.
Διότι τι θα κάμη ο Στρατός αυτός, Εξοχώτατε, αν, αντί πεζικού, πυροβολικού και μεραρχιών, στείλη η Ελλάς φύλακας εις τα σύνορά της είκοσι χιλιάδας τραυματιών, χωρίς πόδια, χωρίς χέρια, με τα αίματα και τους επιδέσμους, δια να τον υποδεχθούν;… Αυτούς τους στρατιώτας φύλακας θα υπάρξη στρατός δια να τους κτυπήση;
Αλλ’ όχι, δεν πρόκειται να γίνει αυτό. Ο ολίγος ή πολύς στρατός των Ελλήνων που είναι ελεύθερος, όπως εστάθη εις την Ήπειρον, θα σταθή, αν κληθή, εις την Θράκην. Και τι να κάμη;… Θα πολεμήση. Και εκεί. Και θα αγωνισθή. Και εκεί. Και θα αποθάνη. Και εκεί. Και θ’ αναμείνη την εκ Βερολίνου επιστροφήν του δρομέως, ο οποίος ήλθε προ πέντε ετών και έλαβε από την Ολυμπίαν το φως, δια να μεταβάλη εις δαυλόν την λαμπάδα και φέρη την πυρκαϊάν εις το μικρόν, την έκτασιν, αλλά μέγιστον αυτόν τόπον, ο οποίος, αφού έμαθε τον κόσμον όλον να ζη, πρέπει τώρα να τον μάθη και ν’ αποθνήσκη.» (εφημ. «Καθημερινή», 8/3/1941).
Μετά θα μιλήσω για τους απλούς ανώνυμους ανθρώπους, που αν και τα ονόματά τους δεν καταγράφονται στις δέλτους της Ιστορίας, η συμβολή τους είναι που έκανε μπορετό το θαύμα του ’40. Άλλωστε, είναι δεδομένο πως αυτό το Έπος δε θα είχε συμβεί αν δεν είχαν συμπράξει και συνεργαστεί όλες οι δυνάμεις του τόπου και του λαού. Γηγενείς και πρόσφυγες, πολεμώντας πλάι πλάι, άφησαν τις διαφορές τους στην άκρη. «Ο πόλεμος του ‘40 στάθηκε η χοάνη μέσα στην οποία γηγενείς και πρόσφυγες παραμέρισαν τα πάθη κι αγκαλιάστηκαν μέσα στη φωτιά της μάχης… Απαλλάχτηκαν από το στίγμα της αμφίβολης ελληνικότητας, πολεμώντας στα αλβανικά βουνά τον εχθρό με αληθινά πατριωτικά αισθήματα.», άκουσα κάποτε τον Καθηγητή μου, Κώστα Φωτιάδη, να λέει.
Δεν μπορώ παρά να σταθώ ιδιαίτερα στα τρία Συντάγματα της Φλώρινας, το 28ο, το 33ο και το 90ο, τα οποία «μπήκαν στη φωτιά πρώτα και εξήλθαν από τη φωτιά τελευταία», θα πει ο Νικόλαος Μέρτζος. «Αήττητα μα δεκατίστηκαν. Κανένα άλλο Σύνταγμα δεν προσέφερε τόσους νεκρούς. Στη Φλώρινα, στην περιοχή όλη, όπου κι αν περπατήσεις, είναι αίμα, είναι δόξα, είναι μια ψυχή ζωντανή. Αυτό είναι το ’40-’41 για όλους τους Έλληνες και προπάντων για μας τους ακρίτες». Πέρα από την ανδρεία και την αυτοθυσία τους, όμως, οι άντρες που αποτελούσαν τα τρία «Σιδηρά Συντάγματα» είχαν κάτι ιδιαίτερο. Στη μεγάλη πλειοψηφία τους ήταν σλαβόφωνοι Μακεδόνες κι η Πατρίδα τούς υποπτευόταν και τους διέκρινε από τους άλλους Έλληνες. Είναι αυτοί που καταπιέζονταν, φυλακίζονταν κι εξορίζονταν δίχως νόμο και δίχως λόγο. Είναι οι ίδιοι που αποτέλεσαν την πρώτη ελληνική στρατιωτική δύναμη στα σύνορα της Αλβανίας απέναντι στους Ιταλούς, από τον Αύγουστο του ’40 ακόμη, απ’ τον τορπιλισμό της “Έλλης”. «Αυτούς παρέτασσε η Ελλάδα και ταυτόχρονα τους φοβόταν!», θα σχολιάσει ο Μέρτζος, για να προσθέσει: «Μικροελλαδίτικη σχιζοφρένεια!» (πρόλογος στο συλλογικό έργο «Η Φλώρινα στο Έπος του ’40. Ιστορία των Σιδηρών Συνταγμάτων της»). Ο θρυλικός Παππούς, ωστόσο, ο διοικητής του 28ου Συντάγματος Αμυνταίου, Νικόλαος Παπαδόπουλος, όχι μόνο τους εμπιστεύτηκε, μα τους οδήγησε στη μάχη νικηφόρα και τους θαύμασε: «Η πολεμική δράσις του 28ου Συντάγματος αποτελεί χαρακτηριστικόν παράδειγμα του βαθέως ριζωμένου ελληνισμού εις τας καρδίας των ετεροφώνων μεν αλλ’ αρίστων αυτών Ελλήνων.» (Πολεμικό Ημερολόγιο του 28ου Συντάγματος).
«Θα διερωτάται κανείς», αφηγείται στο “Οδοιπορικό” του ο Δημήτρης Λιώτσης, ανάπηρος του ελληνοϊταλικού πολέμου, «ποια πολεμική τακτική κρατούσαμε κάτω από κείνες τις τρομακτικές αντιξοότητες. Απλούστατα. Την ενστικτώδη. Από τους τομείς τουλάχιστον που μπορούσα να ελέγξω, δηλαδή τη διμοιρία μου, τον λόχο και το τάγμα μας, μπορώ να πω πως κάθε επιτυχία μας ξεκινούσε και ολοκληρώνονταν με το παράτολμο θάρρος μερικών παλικαριών μας. […] Να όμως που το παράτολμο, το βασισμένο στις ηθικές δυνάμεις, δικαίωνε το παράλογο και έγραφε ένα Έπος.» (Δ. Λιώτση, «Οδοιπορικό από τη μεγάλη εκστρατεία του Έπους του ΄40»). Και μια και ανέφερα τον μαέστρο της χορωδίας των παιδικών μου χρόνων, έρχεται στο νου μου η συγκλονιστικότερη φράση που άκουσα από τα χείλη του: «Στο πεδινό χειρουργείο στην Πρεμετή έλληνες και ιταλοί τραυματίες βογκούσαμε τώρα την ίδια γλώσσα, καθώς μας έκοβαν οι γιατροί τις σαπισμένες σάρκες. Πώς να μιλήσεις για ηρωισμό κι αγάπη, σε μια ατμόσφαιρα αλληλοαιματοκυλισμένων όντων;» (ό.π.).
Αλλά… αρκετά για άντρες ήρωες. Σε όλα μας τα χρόνια στα σχολεία όλοι εμείς που δεν είμαστε πια μαθητές, μόνο γι’ αυτούς διδαχθήκαμε. Και λίγα ή τίποτε για τον ηρωισμό των γυναικών. Ίσως μια αναφορά μόνο, περιορισμένη σε μία μόλις αράδα. Κι όμως• οι Ελληνίδες, κόντρα στην εικόνα που είχε –και ίσως έχει ακόμα- γι’ αυτές η «κοινωνία των ανδρών», συναγωνίστηκαν σε ηρωισμό τους άντρες. Να τι λένε οι ίδιοι γι’ αυτές και για όσα πρόσφεραν στον πόλεμο:
Ο Αργύρης Μπαλατσός στο «Ημερολόγιον Πολέμου» γράφει: «7 Νοεμβρίου 1940. Σήμερα σκοτώθηκαν δύο παιδιά του 33ου Συντάγματος και αυτό μάνιασε περισσότερο τους στρατιώτες. Φωνάζαν εμπρός για τη Ρώμη. Ο θάνατος αυτός, αντί να μας δειλιάσει, μας έδωσε περισσότερα φτερά για να κυνηγήσουμε τους Ιταλούς. Συνάντησα γυναίκες που κουβαλούσαν πυρομαχικά. Μία ήτο 88 ετών. Μία μου είπε κλείδωσε το μικρό σε μια καλύβα για να βοηθήσει τον στρατό. Το βράδυ είδα μια γριούλα να κρατά δυο μικρά και η μητέρα τους ζύμωνε ψωμί για τον στρατό με το φως δύο κεριών που είχε μέσα σ’ ένα ποτήρι. Τα χιόνια, ο πάγος, το τρομερό κρύο δεν φαίνονταν να τις τρόμαζε. Όλες γεμάτες χαρά ήθελαν να προσφέρουν στον στρατό ό,τι δεν μπορούσαν τα μεταγωγικά. Αλήθεια, γυναίκες θαύμα. Τι διαφορά με τις πόλεις!» (στο Μ. Χατζηπατέρα-Φαφαλιού, «Μαρτυρίες 1940-1941»).
Ο άντρας αυτός που δεν κάνει καμία απολύτως προσπάθεια να κρύψει τον θαυμασμό που νιώθει για τις γυναίκες, αναφέρεται ασφαλώς στις γυναίκες της δικής μας περιοχής• στις γυναίκες από το δικό μας Ανταρτικό, το δικό μας Βατοχώρι, το Πισοδέρι, την Κρυσταλλοπηγή, τον Γάβρο και την ευρύτερη περιοχή των Κορεστείων, το Επταχώρι, το Νυμφαίο, τη Δαμασκηνιά, τη Βλάστη, τη Σιάτιστα, τη Μόρφη και τ’ άλλα χωριά του Βοΐου και από πολλά άλλα χωριά της Δυτικής Μακεδονίας που, παρέα με τις Ηπειρώτισσες, έχουν περάσει με τις πράξεις τους στη σφαίρα του θρύλου για τα κατορθώματά τους. Μία από αυτές τις γυναίκες, μάλιστα, τις οποίες πολλά χρόνια αργότερα τίμησε η Ακαδημία Αθηνών, η Κυράτσω Τσιαπράζη από το Επταχώρι, λέει: «Κηρύχθηκε ο πόλεμος, ήρθε στα μέρη μας πολύς στρατός. Όπλα είχε, πυρομαχικά δεν είχε. Μας μίλησε ο Δαβάκης. Δακρύσαμε. Εμείς! Εμείς, είπαμε, θα φορτωθούμε. Άλλες γυναίκες τα έφερναν απ’ τον Πεντάλοφο. Εμείς από δω τα ανεβάζαμε στον Αϊ-Λια κι ως το Φουρκιώτικο. Γυρνώντας κατεβάζαμε τραυματίες. Θαρρώ πως βλέπω έναν νιο που πέθανε στα χέρια μου. Σ’ όλο το δρόμο έχανε αίμα. Έδεσα την πληγή με το μαντίλι. Τίποτα. «Νερό… νερό…» παρακαλούσε. Μούσκευα πανί. Του έβρεχα τα χείλη. Με το έμπα στο χωριό, βασίλεψαν τα μάτια του. Με κοίταζε από άλλο κόσμο. «Αχ! Μαννίτσα μ’… Αχ! αδερφίτσα μ’…» είπε σιγανά και ξεψύχησε. Τον ξενυχτήσαμε με μοιρολόγια. Μας έκαψε την καρδιά σαν γιος μας κι αδερφός.» (Α. Τζινίκου-Κακούλη, «Η Μακεδόνισσα στο θρύλο και την Ιστορία»).
Ο λοχαγός Γ. Κατσίκης δίνει μια άλλη διάσταση στον αγώνα των γυναικών: «…Σ’ ένα στενό πέρασμα, κοντά στη Σαμαρίνα, προχωρούσε μια εφοδιοπομπή από είκοσι στρατιώτες του μεταγωγικού και πέντε γυναίκες. Ξαφνικά ακούστηκαν τουφεκιές. Οι φαντάροι που πήγαιναν μπροστά φώναζαν: “Ιταλοί!”. Η μάχη άναψε. Ένας Ιταλός έπεσε νεκρός. Τότε μια μεσόκοπη γυναίκα άρπαξε το τουφέκι του κι άρχισε να ρίχνει. Το ίδιο έκαναν κι οι άλλες. Έπαιρναν τα όπλα των εχθρών που σκοτώνονταν και ορμούσαν στη φωτιά της μάχης. Σ’ αυτή τη μάχη έπεσε νεκρή μια γυναίκα και δυο τραυματίστηκαν» (ό.π.).
Κι ο ταγματάρχης Ι. Λιάκος μαρτυρεί: «…Έπρεπε να περάσουμε από ένα στενό μονοπάτι που ήταν εκτεθειμένο στα πυρά του εχθρικού πυροβολικού. Οι στρατιώτες της εφοδιοπομπής είπαν στις γυναίκες που ακολουθούσαν βαριά φορτωμένες να γυρίσουν πίσω. Εκείνες όμως αρνήθηκαν και τους ακολούθησαν κάτω από τη βροχή των όλμων και των οβίδων. Τρεις απ’ αυτές πλήρωσαν το θάρρος τους με τη ζωή τους. Γκρεμίστηκαν στη χαράδρα από μια οβίδα που έσκασε ανάμεσά τους. Οι άλλες όμως δε δείλιασαν, μα συνέχισαν την επικίνδυνη πορεία, κουβαλώντας τα κιβώτια με τις οβίδες στο ελληνικό πυροβολικό» (ό.π.).
Ακόμη, ο Τάκης Παπαγιαννόπουλος, αυτόπτης μάρτυρας, λέει: «Οι νικηταί προχωρούσαν. Καθώς έφτασαν στον ποταμό Βογιούσα κι είδαν οι ατρόμητες γυναίκες της Πίνδου πως το απότομο ρέμα εμπόδιζε τους σκαπανείς στη δουλειά τους, έκαναν αυθόρμητα κάτι που ξανάγινε ύστερα στον Καλαμά και στον Δρίνο: μπήκαν οι ίδιες μέσα στα νερά και, πιασμένες σφικτά από τους ώμους, σχημάτισαν πρόχωμα που ανάκοβε την ορμή του ποταμού και ευκόλυνε τους γεφυροποιούς.» (στο Μ. Χατζηπατέρα-Φαφαλιού, «Μαρτυρίες 1940-1941»).
Σε άλλη μαρτυρία, ο Τάκης Τράντας αφηγείται: «Όταν φύγαμε από τη Λάρισα για να πάμε στην Κοζάνη, στο Σαραντάπορο εκεί πέρα οι δρόμοι τότε ήτανε καλντερίμια και χωματόδρομοι, θυμάμαι εκεί επάνω πριν από τα Σέρβια ότι ήταν γυναίκες οι οποίες τη δεύτερη ημέρα ακριβώς προς την τρίτη φτιάχνανε το δρόμο, δηλαδή ρίχνανε πέτρες μες στις λάσπες. Από τότε, από την ίδια μέρα και βέβαια εν συνεχεία στην Ήπειρο εθαυμάσθησαν οι γυναίκες αυτές. Εθαυμάσθησαν πολύ γιατί μετέφεραν εκεί που δεν μπορούσε ούτε μουλάρι. Βάζανε στην πλάτη, μαθημένες αυτές, αυτές κουβαλούσαν νερό και ξύλα.» (ό.π.).
Και, εντέλει και για να κλείσω το θέμα των γυναικών του ‘40, θα διαβάσω το τηλεγράφημα μιας ακόμα ξεχωριστής μάνας• αυτό που έστειλε στον τότε πρόεδρο της κυβερνήσεως Αλ. Κορυζή η Ελένη Ιωαννίδου. Του έγραφε: «Ο υιός μου Ευάγγελος Ιω. Ιωαννίδης απωλέσθη κατά τας επιχειρήσεις της Κλεισούρας. Παρήγγειλα εις τους τέσσαρας ήδη υπηρετούντας υιούς μου Χρίστον, Κώσταν, Γεώργιον και Νίκον Ιω. Ιωαννίδη να εκδικηθώσι τον θάνατον του αδελφού των. Κρατώ εις εφεδρείαν άλλους τέσσαρας: Πάνον, Αθανάσιον, Γρηγόριον και Μενέλαον Ιω. Ιωαννίδη, κλάσεως 1917 και νεωτέρων. Παρακαλώ κληθώσι ονομαστικώς και ούτοι, εις πάσαν περί πτωσιν ανάγκης της πατρίδος ή τυχόν απωλείας ετέρου τέκνου μου, προς εκδίκησιν εχθρού. Ύστατον επιφώνημα θέλει είναι: “Ζήτω η πατρίς!” Ελένη Ιωαννίδη, Κυπαρισσία, 2/2/1941» (εφημ. «Ελεύθερος Τύπος», 25/10/1997)
Είναι, λοιπόν, φανερό πως η καμπάνα που σήμανε το ‘40 για ν’ αναγγείλει στους Έλληνες το νέο της κήρυξης του πολέμου, ξύπνησε μέσα σε όλους, ανεξαρτήτως φύλου, δυνάμεις ηρωικές που μέχρι τότε ίσως και οι ίδιοι τους ούτε να υποψιάζονταν πως διέθεταν. Και είναι επίσης φανερό πως περίμεναν την κατάλληλη στιγμή για να αποκτήσουν αυτές οι δυνάμεις υπόσταση• να εκδηλωθούν και να τις αντιληφθούν και οι άλλοι γύρω τους• κοντά τους, αλλά και πολύ μακριά τους. Δυνάμεις σαν αυτές που έσπρωξαν και τον κλήρο μας τότε να εκτοξευθεί σε ύψη πνευματικά, που δύσκολα μπορεί κανείς να τα φτάσει ακόμα και σήμερα -ή, σωστότερα, προπαντός σήμερα.
Γιατί μόνο θαυμασμό προκαλεί στον καθένα η συγκλονιστική στιγμή όπου πεθαίνει στη μάχη ο έλληνας αξιωματικός και μεγάλος ήρωας του ‘40 Μαρδοχαίος Φριζής, εβραίος στο θρήσκευμα. Όταν τον πέτυχε θραύσμα οβίδας και ριπή πολυβόλου, κατάφερε, πριν πεθάνει, να ψιθυρίσει: «Για τη Ελλάδα». Μετά την επιδρομή ο ιερέας της ταξιαρχίας έσπευσε επιτόπου, αλλά δεν ήξερε τι να κάνει, αφού ο Φριζής δεν ήταν χριστιανός. Με δάκρυα στα μάτια έβγαλε από το σακίδιό του τα άμφια, έβαλε τα χέρια του στο γεμάτο αίματα κεφάλι του Φριζή και άρχισε να διαβάζει την επιθανάτιο εβραϊκή προσευχή: «Άκουε, Ισραήλ, ο Θεός είναι Εις και Μόνος».
Αλλά, καθώς τη σημερινή γιορτή τη γιορτάζουν κατεξοχήν τα παιδιά, θα πρέπει να σταθώ ιδιαίτερα σε δύο παιδιά-ήρωες του ‘40, ένα κορίτσι και ένα αγόρι. Το κορίτσι είναι η 17χρονη Ηρώ Κωνσταντοπούλου. Η Ηρώ είναι μια από τις νεότερες ηρωίδες της Κατοχής. Οι γονείς της ήταν Σπαρτιάτες και η ίδια, άριστη μαθήτρια του Αρσάκειου στην τελευταία γυμνασιακή τάξη, με πνευματικά ενδιαφέροντα που ξεπερνούσαν κατά πολύ τις συνηθισμένες επιδιώξεις της ηλικίας της. Είχε μια ιδιαίτερη κλίση προς τις ξένες γλώσσες, πράγμα που της επέτρεψε να έρθει κατ’ επανάληψη σε λογομαχία με τους εχθρούς. Ικανότατο και τολμηρότατο πλάσμα καθώς ήταν, έδρασε και μυστικά, αλλά ανέπτυξε πολύ και την προσωπική, την ανοιχτή αντίσταση.
Η δράση της, ωστόσο, έγινε αντιληπτή από τον κατακτητή και δεν ήταν δυνατό να μη συλληφθεί. Την έπιασαν μια φορά στο σπίτι της κι οι δικοί της, αξιοποιώντας τις γνωριμίες τους, κατάφεραν να την απελευθερώσουν. Η Ηρώ, παρόλο που παρακολουθούνταν στενά, ανέπτυσσε και πάλι αντιστασιακή δράση. Τα Ες-Ες τη συνέλαβαν για δεύτερη φορά στις 31 Ιουλίου, ύστερα από ένα σαμποτάζ σε τρένο που μετέφερε πυρομαχικά για λογαριασμό των δυνάμεων κατοχής. Την έκλεισαν στα κρατητήρια της Κομαντατούρ και τη βασάνισαν για τρεις εβδομάδες, προκειμένου να μαρτυρήσει τους συντρόφους της στην οργάνωση. Αυτή τη φορά είχε την τύχη να μοιράζεται τον ίδιο θάλαμο με μια άλλη σπουδαία ηρωίδα, τη Λέλα Καραγιάννη, που της παραστάθηκε σαν μητέρα. Ούτε τα βασανιστήρια ούτε οι δελεαστικές προτάσεις απέδωσαν και τελικά η Ηρώ οδηγήθηκε στην πτέρυγα μελλοθάνατων του στρατοπέδου Χαϊδαρίου. Έναν σχεδόν μήνα πριν φύγουν οι Γερμανοί από την Ελλάδα, τουφεκίστηκε στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Πριν το τέλος κι ενώ οι Γερμανοί είχαν χωρίσει τους 50 Έλληνες που θα εκτελούσαν σε πεντάδες και τους είχαν βάλει να γονατίσουν, όρθωσε το ανάστημά της και φώναξε: «Χτυπάτε, λοιπόν, κακούργοι! Να, χτυπάτε εδώ!». Κι οι Γερμανοί τη γάζωσαν με 17 σφαίρες πολυβόλου, όσα ήταν και τα χρόνια της –«για παραδειγματισμό», είπαν. Πριν πεθάνει, πρόφτασε να γράψει ένα σημείωμα: «Πέστε στη μανούλα μου να μην κλάψει, δεν πρέπει να κλάψει. Οι γενναίες Σπαρτιάτισσες δεν κλαίνε για τα ηρωικά παιδιά τους. Είναι περήφανες.» (από το μαθητικό περιοδικό της Μεταπολίτευσης «Ελεύθερη Γενιά», τεύχος 24).
Το άλλο παιδί είναι ένα αγόρι από την Κρήτη, ο Γιώργος Πατεράκης από τη Σούγια Χανίων. Όταν εισέβαλαν οι Γερμανοί στο νησί, ο Γιώργος ήταν μόλις 10 ετών. Έζησε την εισβολή του εχθρού στον τόπο του, γεύτηκε την αγριότητα και την απειλή του θανάτου σε καθημερινή βάση. Όλοι οι άντρες της οικογένειας, όλοι οι συγγενείς του ήταν στο βουνό κι εκείνος, παρά το νεαρό της ηλικίας του, δε γινόταν να μείνει αμέτοχος. Αναλάμβανε πολύ δύσκολες και επικίνδυνες αποστολές. Αν τον έπιαναν θα τον κρεμούσαν ζωντανό, ακριβώς όπως έκαναν με άλλους που μετέφεραν μηνύματα. «Ήξερα ότι αν κινδύνευα να με πιάσουν, έπρεπε να μασήσω τα γράμματα. Δε φοβόμουν τίποτε. Δεν ήξερα τι θα πει φόβος. Με κυνηγούσαν και ξέφευγα μέσα από τα χέρια τους. Πετούσα. Ένιωθα την καρδιά μου να φτερουγίζει, δεν ήταν όμως από φόβο. Ήταν από τη λαχτάρα να φέρω σε πέρας την αποστολή μου. Η δουλειά μου ήταν να μεταφέρω μηνύματα από το ένα πόστο στο άλλο». Άλλο του καθήκον να μεταφέρει τρόφιμα στους Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς συμμάχους που κρύβονταν μέσα σε σπηλιές.
Πολλά τα αναμνηστικά μετάλλια και οι τιμητικές διακρίσεις που έχει λάβει για τον ρόλο του στην Αντίσταση, στην περίθαλψη των συμμάχων στην Κρήτη, αλλά και για τη δραστηριότητα που επέδειξε πάνω από μισό αιώνα στην Αυστραλία προκειμένου να μείνουν ζωντανά τα ιδεώδη της Ελλάδας και της Κρήτης ιδιαίτερα, να σφυρηλατηθούν και να μείνουν άτρωτοι οι δεσμοί μεταξύ των παλαιών πολεμιστών Αυστραλών και Νεοζηλανδών με τους Κρήτες της Αυστραλίας (Β. Μόρρις, εφημ. Μελβούρνης «Νέος Κόσμος», 25/5/2012).
Και πώς θα κλείσω, αναρωτιέμαι. Τι θα μπορούσε κανείς να προσθέσει στα λόγια των ίδιων των ανθρώπων που έζησαν, αλλά και που έφτιαξαν το μεγαλειώδες Έπος του Σαράντα; Την Ιστορία δεν τη μαθαίνουμε μονάχα για να ξέρουμε από πού προερχόμαστε. Την Ιστορία τη μαθαίνουμε γιατί το παρελθόν δεν είναι ξεκομμένο από το παρόν. Τη μαθαίνουμε για να κάνουμε τις αναγωγές μας στο σήμερα και να ωφελούμαστε απ’ αυτές. Διαβάζω, λοιπόν, από τον Δημήτρη Γληνό, τον αγωνιστή, τον στοχαστή, τον Δάσκαλο:
«[…] εβάλθηκαν όλοι τούτοι οι “αρχοντολαοί” να δημιουργήσουνε τη “νέα τάξη πραγμάτων” και στην Ελλάδα. Και ο Ελληνικός λαός τη γνώρισε, ή καλλίτερα, την ξαναγνώρισε τη νέα τάξη των πραγμάτων, που είναι τόσο παλιά όσο και ο κόσμος, και λέγεται με την αληθινή της λέξη «σκλαβιά». Μαύρη σκλαβιά και αρπαγή και βαρβαρότητα, και μπασιμπουζουκισμός και λεηλασία και ερήμωση της χώρας. […] Όλα τα τρόφιμα και τα υλικά που ήτανε στις αποθήκες μας […] όλα λεηλατήθηκαν. Όλα τα ζώα της καλλιέργειας, της τροφής, της μεταφοράς […] αρπάχτηκαν, φαγώθηκαν. Όλα τα μεταφορικά μας μέσα […] επιτάχτηκαν, εξαφανίστηκαν. Όλα τα προϊόντα της γης, ακόμα και κείνα που μας επερίσσευαν και τα πουλούσαμε στο εξωτερικό, έγιναν με μιας για μας αόρατα και σπάνια φαινόμενα. […] Εχάθηκαν όλα τα καύσιμα υλικά, τα πετροκάρβουνα, το πετρέλαιο, η μπενζίνα, το ξυλοκάρβουνο. Κι’ αφού μας τα πήραν όλα τούτα και μας ανάγκασαν να καίμε τα δάση μας για να μαγειρέψουμε το φαγητό μας, μας κατηγορούν για βάρβαρους, “γιατί δεν σεβόμαστε τα δάση”. […] Και αφού μας αφαιρέσανε όλα τα μέσα της δουλειάς και μας λιμοχτονούνε, μας κατηγοράνε γιατί είμαστε, λέει, τεμπέληδες, καφενόβιοι κι’ αεριτζήδες και θα μας βάλουνε, λέει, αυτοί να δουλεύουμε όπως ξέρουν αυτοί να βάζουνε τους σκλάβους να δουλεύουνε. […]
Από τη μία στιγμή στην άλλη, όλα τα στρώματα του λαού μας είδανε να αναποδογυρίζεται και να γκρεμίζεται γύρω τους το οικοδόμημα της ζωής τους. Ο εργάτης έχασε τη δουλειά του, βρέθηκε στο δρόμο απένταρος. Μα και όποιος έχει δουλειά, το μεροκάματό του έγινε με μιας μηδενικό των μηδενικών.[…]
Περισσότερο ακόμα και βαθύτερα και σκληρότερα χτυπάει το λαό η ηθική εξαθλίωση, που παρουσιάζουν ορισμένα κοινωνικά στρώματα και ορισμένα άτομα.» (Δ. Γληνός, «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ», 1942).
Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις της σήμερον δεν είναι καθόλου τυχαία ή συμπτωματική.
Μ’ αυτά και μ’ εκείνα η ώρα πέρασε και πανηγυρικό δεν κατόρθωσα να γράψω. Ας είναι…
Σας ευχαριστώ.

1 σχόλιο:

  1. Είναι τυχερές η Φλώρινα κι η Εκπαίδευση που έχει ένα τόσο ξεχωριστό πλάσμα να τις υπηρετεί-τυχεροί φυσικά και οι μαθητές της! Και είναι πολύ σημαντικό που η κ. Αμαραντίδου αξιοποιείται για το ευρύτερο καλό όλων!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Τα σχόλια στα blogs υπάρχουν για να συνεισφέρουν οι αναγνώστες στο διάλογο. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές.